«Θέλουμε να είμαστε ξάπλα και να βρέχει λεφτά»

H Λήδα Πρωτοψάλτη παίζει πρώτη φορά σε παράσταση του Eθνικού Θεάτρου στην Eπίδαυρο. Θα ερμηνεύσει το ρόλο της Tροφού στον «Iππόλυτο»
Tης IΩANNAΣ KΛEΦTOΓIANNH
30-35-6-thumb-medium
Η Αθήνα στον κλοιό του καύσωνα. Και η Λήδα Πρωτοψάλτη, ηθοποιός ταγμένη μισού αιώνα, ψυχή τε και σώματι, στη θεατρική τέχνη της,

λίγο προτού ανηφορίσει στη Δουκίσσης Πλακεντίας για τις πρόβες του «Ιππολύτου» του Εθνικού Θεάτρου, με περιμένει έξω από το δεύτερο σπίτι της, το θέατρο «Στοά».

Στο καμαρίνι, που έχει ζήσει περισσότερα χρόνια απ’ τη μισή ζωή της, θυμάται το θρίαμβο του Διαλεγμένου με το «Χάσαμε τη Θεία, stop», που ανέβασε με τον ισόβιο καλλιτεχνικό σύντροφό της Θανάση Παπαγεωργίου, τον Μποστ, τον Κουν. Σχολιάζει τη σημερινή κατάντια της Ελλάδας, την πρώτη της συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο που άργησε πολύ και τις ιδιαιτερότητες της Επιδαύρου, στην οποία θα βρεθούν μαζί με τη Λυδία Κονιόρδου -η μία στο ρόλο της Τροφού, η άλλη της Φαίδρας- για τον «Ιππόλυτο», στις 25 και 26 του μήνα.

– Σας συναντώ στο δεύτερο σπίτι σας, τη «Στοά», κυρία Πρωτοψάλτη.

«Πράγματι, εδώ είναι το σπίτι μας. Βέβαια, δεν είναι στην κυριολεξία δικό μας σπίτι, το πληρώνουμε με λεφτά και με το αίμα της καρδιά μας. Μιλάμε για πάρα πολλά λεφτά που πάνε στο ενοίκιο».

– Τόσα χρόνια και με τόσες επιτυχίες δεν βγήκαν τα λεφτά για να το αποκτήσετε;

«Πώς να το αγοράσουμε; Ζητάνε εκατομμύρια. Βγάλαμε εμείς ποτέ εκατομμύρια;».

– Δεν βγάλατε λεφτά απ’ τη δουλειά σας;

«Πώς να βγάλεις όταν κάθε φορά ρισκάρεις; Οταν ανεβάζαμε το ’99 την «Εκάβη» του Ευριπίδη, ο Θανάσης σχεδίαζε να την πάμε δύο μήνες μέχρι να βρούμε κάποιο έργο. Και βγάλαμε όλη τη σεζόν με την Εκάβη! Διότι ο κόσμος διψάει για να ακούσει τα μεγάλα κείμενα, τους τραγικούς, τον Σέξπιρ. Εγώ θα σκίζω τα ιμάτιά μου γι’ αυτό».

– Πόσα χρόνια είστε στη «Στοά»;

«Εκλεισα 40 χρόνια. Δεν ήρθα όμως από την αρχή. Ηρθα το ’74. Η «Στοά» είχε ξεκινήσει το ’71».

– Δεν κουραστήκατε κάποια στιγμή και να πείτε «θα φύγω, να κάνω κάτι άλλο»;

«Ποτέ! Γιατί με εκφράζει απόλυτα ο τρόπος που λειτουργεί αυτό το θέατρο».

– Ακόμη και μέσα σε έναν καλό γάμο, έπειτα από τόσες δεκαετίες, μπορεί να ασφυκτιάς!

«Δεν συνέβη ποτέ. Ακόμα και κόντρες να είχαμε με τον Θανάση, συζητούσαμε και τα βρίσκαμε. Με τον Θανάση χτίσαμε μια καριέρα. Μπήκαμε στη συνείδηση του κόσμου, ενώ δεν προερχόμασταν από τζάκια και δεν μας υποστήριζε κανένας. Εμένα οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες από τη Ρωσία και τη Σμύρνη. Tου Θανάση η μητέρα ήταν από την Πρίγκιπο. Δεν ξέραμε κανέναν. Ο,τι κάναμε, το κάναμε με τις δυνάμεις μας και μόνο. Ημασταν άγνωστοι μεταξύ αγνώστων όταν πρωτοκάναμε παραστάσεις με τον Τάκη Καλφόπουλο στην Κοκκινιά. Αποφασίσαμε να κάνουμε τη δική μας δουλειά. Ηταν ένα σάλτο. Hμασταν από τους πρώτους θιάσους νέων που έγιναν στην Ελλάδα, όπως τώρα βγαίνουν νέοι, το ’69 στην Κοκκινιά ανεβάζοντας την «Αυλή των Θαυμάτων». Ο,τι έγινε, έγινε με μεγάλες θυσίες, γιατί στην Ελλάδα η τέχνη είναι υπό διωγμόν».

– Το στίγμα της «Στοάς», του μακροβιότερου θεάτρου μετά το Θέατρο Τέχνης, είναι το νεοελληνικό έργο που ανέδειξε;

«Το ελληνικό έργο που το παρουσιάσαμε στον κόσμο και το επιβάλλαμε. Υπήρξε βεβαίως και η Μαριέττα Ριάλδη και ο Κουν, που το άρχισε πρώτος. Αλλά εμείς αφοσιωθήκαμε απόλυτα στο ελληνικό έργο. Δηλαδή, μπορώ να σας πω ότι σχεδόν θυσιαστήκαμε γι’ αυτό. Ανεβάσαμε και ξένα έργα. Αλλά υποστηρίξαμε τόσο πολύ το νεοελληνικό έργο, που είναι αυτό που μας εκπροσωπεί. Αμα πεθάνουμε, θα πούνε «αυτοί οι δύο, 45 τόσα χρόνια, βοηθήσανε το ελληνικό έργο». Ξέρετε πόσοι νέοι συγγραφείς είδαν το έργο τους επί σκηνής; Είναι μεγάλη υπόθεση αυτό για ένα συγγραφέα. Είναι μάθημα για να δει τα λάθη του. Και το είδανε το έργο τους σε παραστάσεις που το αναδείκνυαν. Οταν ανέβηκε το «Χάσαμε τη Θεία, stop», ο Διαλεγμένος περνούσε από θέατρο σε θέατρο και το έργο του το πετούσαν στο συρτάρι. Ο Παπαγεωργίου ρίσκαρε και το ανέβασε. Στην πρεμιέρα η ουρά έφτανε έξω στο δρόμο. Φίσκα το θέατρο! Δύο χρόνια παιζόταν. Τεράστια επιτυχία!».

– Τελευταία βγαίνουν καλά θεατρικά; Παρακολουθείτε την κίνησή τους;

«Υπάρχει μία κάμψη. Και σπουδαίοι παλαιότεροι θεατρικοί συγγραφείς, όπως ο Μουρσελάς ή ο Μανιώτης, το γύρισαν στο μυθιστόρημα».

– Αναζητάτε ακόμα νέα έργα;

«Ναι. Μας φέρνουν κιόλας. Ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις όμως τι θα συμβεί με ένα θεατρικό. Βέβαια, ο Μποστ είναι Μποστ, αλλά και πάλι δεν φανταζόμασταν ότι η «Μήδειά» του θα κάνει τέτοια επιτυχία. Ηρθε σύσσωμο το ελληνικό θεάτρο, γονατιστό!».

– Με το τέλος των επιχορηγήσεων αναγκαστήκατε να νερώσετε το κρασί σας;

«Τι να νερώσουμε; Ο,τι κάνουμε, το κάνουμε ολομόναχοι».

– Ο Αντύπας έβαλε λουκέτο στο «Απλό θέατρο». Δεν ρίσκαρει να συνεχίσει.

«Εμείς όσο μπορούμε συνεχίζουμε. Γιατί είναι ο εαυτός μας πια εδώ μέσα. Αμα μας το πάρει κάποιος, μπορεί και να μας πιάσει καμιά κατάθλιψη και να πάμε για τα θυμαράκια. Γιατί εδώ μέσα έχει γίνει κατάθεση ζωής επί τόσα χρόνια. Και με αντίξοες συνθήκες και με πόλεμο πολλές φορές. Η τέχνη είναι δύσκολη ιστορία. Χρειάζεται να έχεις αρωγούς. Και δεν εννοώ οικονομικούς, αλλά ηθικούς. Οπως είχε ο Κουν. Μόνο έτσι αντέχεις. Αλλιώς, το κλείνεις. Και ο Κουν όμως πολλές φορές είπε «θα το κλείσω»».

– Εσείς δεν είπατε ποτέ «το κλείνω»;

«Οχι. Τον Κουν τον έπιασε απελπισία που στον «Οιδίποδα» με τον Λαζάνη δεν πάτησε ψυχή στο Υπόγειο. Επειδή προέρχομαι από το Θ. Τέχνης, έμαθα ότι τότε είπε «θα το κλείσω το ρημάδι»».

– Στη «Στοά» είχατε ηθική υποστήριξη από κάπου;

«Είχαμε ανθρώπους που μας πιστέψανε -δεν μπορώ να μη μιλήσω για τον Γεωργουσόπουλο. Υπήρξαν και άλλοι που γράψανε ύμνους. Oταν είδαν τη «Θεία» του Διαλεγμένου είπαν: «Αυτό είναι το θέατρο!». Ο Θόδωρος Κρητικός έγραψε: «πρέπει να το παρακολουθήσουν οι Ελληνες πρωταγωνιστές για να δουν τι σημαίνει σκηνική επικοινωνία»».

– Πώς πήρατε την απόφαση να φοιτήσετε στο Θέατρο Τέχνης;

«Πήγε πρώτη η αδελφή μου, που είναι λυρική τραγουδίστρια με καριέρα στο εξωτερικό, και είδε την «Αγριόπαπια» στο Υπόγειο. Και γύρισε σαν παλαβή. «Μην το χάσεις», μου είπε. Βλέπω την παράσταση και λέω «δεν πάω πουθενά αλλού. Εδώ θα μείνω». Μόλις είχα τελειώσει το σχολείο και ετοιμαζόμουν να δώσω εξετάσεις. Η μαμά μου έλεγε να δώσω και στο Εθνικό, για να έχω μια επιπλέον σιγουριά. Της απάντησα «ή στο Θέατρο Τέχνης ή πουθενά»».

– Οι γονείς σας δεν αντέδρασαν που αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός;

«Να αντιδράσουν; H μαμά μου ήταν καλλιτέχνις, μουσικός, μαθήτρια του Φίλ. Οικονομίδη του μαέστρου. Μεγάλωσα μέσα στη μουσική. Εκανα χρόνια χορό. Ηθελα να γίνω χορεύτρια στην αρχή, αλλά είχα καρδούλα που δεν βοηθούσε».

– Γιατί δεν παραμείνατε στο Θέατρο Τέχνης;

«Δεν έμεινα πολύ, γιατί με πετάξανε έξω. Επειδή ήμουνα μικροκαμωμένη και μικρούλα, θα έπαιρνα τους ρόλους μιας συναδέλφου. Κάτι που κάποιος μέσα στο θέατρο δεν ήθελε να συμβεί. Είναι μακαρίτες άνθρωποι πια, δεν λέω ονόματα. Τότε με φώναξε ο δάσκαλός του, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. Εμεινα μαζί του 5 γεμάτα χρόνια, από τα πιο σημαδιακά στο ξεκίνημα. Με βοήθησε πολύ στην υποκριτική και μου έδωσε ρόλους να παίξω. Αυτός με έκανε να καταλάβω τι ήρθα να κάνω πάνω στη σκηνή. Κάτι που δεν το λέει κανένας. Γι’ αυτό δεν ξέρουνε τα παιδιά. Τα βλέπω να παίζουνε στην τηλεόραση με κάτι ψαρίσια μάτια, χωρίς αίσθημα, και να παρλαπιπάρουν. Κι αν τους δώσουν ένα ρόλο δύσκολο, δεν ξέρουνε από πού να τον πιάσουν. Ενας ηθοποιός πρέπει να καλλιεργήσει το μυαλό, τη φαντασία του, τα πάντα!».

– Μετανιώσατε ποτέ για κάτι που κάνατε;

«Οχι , πρώτ’ απ’ όλα δεν ξέφυγα ποτέ από την πορεία μου. Ούτε πήγα κάπου για να βγάλω λεφτά ή για να γίνω πιο γνωστή. Τη βγάλαμε δύσκολα, αλλά τη βγάλαμε καθαρή. Οχι, δεν έχω καμία τύψη ούτε ενοχή. Κοιμάμαι πολύ καλά το βράδυ».

– Γιατί έπρεπε να περάσετε 50 χρόνια στο θέατρο για να συνεργαστείτε πρώτη φορά φέτος με το Εθνικό Θέατρο;

«Εμένα ρωτάτε; Τους κυρίους στο Εθνικό Θέατρο να ρωτήσετε. Και τώρα δεν με φώναξε το Εθνικό. Η Λυδία Κονιόρδου με φώναξε».

– Aν και με 50 χρόνια στη σκηνή, βρεθήκατε το 2009 πρώτη φορά στην Επίδαυρο!

«Εγώ δεν είμαι μέσα στα κόλπα. Δεν είμαι στο Κολωνάκι να πίνω καφέδες και να χαιρετάω και να παρλάρω. Οχι, κάθομαι σπίτι μου. Διαβάζω κανένα βιβλίο, ζω τη ζωή μου με τον άνδρα μου. Δεν πάω πουθενά. Δεν είχα ποτέ πάρε-δώσε με κανέναν. Μου είπε μια συνάδελφος, κάποια στιγμή, «να έρθεις στο Κολωνάκι να γνωρίσεις τους τάδε». «Είσαι τρελή!», της λέω. Δεν τα έκανα αυτά όταν ήμουνα νέα, τώρα θα τα κάνω; Κι αυτό είναι στάση ζωής. Οταν έπαιζα το «Αντε γεια» στον Βόλο, εμφανίστηκαν στο θέατρο ξαφνικά δύο κύριοι. Εγώ νόμιζα ότι είναι του δημοτικού συμβουλίου. Ο ένας μου είπε «θα βοηθήσουμε τη Στοά». Αργότερα μου λένε «ξέρεις με ποιον μιλούσες; Με τον Χρήστο Λαμπράκη!». Δεν τον είχα δει ποτέ!».

– Είναι η δεύτερη φορά, μετά την «Εκάβη» του Κρατικού Θεάτρου, που θα εμφανιστείτε στην Επίδαυρο. Ο χώρος είναι φιλικός για τον ηθοποιό;

«Εγώ όταν ανέβηκα ψηλά στις κερκίδες και είδα το θέατρο από μέσα, κατάλαβα ότι κουβαλάει μια μαγεία. Κι ένιωσα ότι σε οδηγεί προς κάτι σπουδαίο, προς κάτι υψηλό. Δεν σε οδηγεί σε σαχλαμάρα. Δεν σε οδηγεί σε εξτρέμ που έχουμε δει στην Επίδαυρο. Φώναξαν σε μια παράσταση «πού είναι η Κατίνα Παξινού;». Το κοινό αντιδρά και αντιδρά σωστά!».

– Πρώτη φορά συνεργάζεστε με τη Λυδία Κονιόρδου. Πώς έχει δει ως σκηνοθέτιδα τον «Ιππόλυτο»;

«Δεν θέλω να προδώσω την παράσταση. Αφήστε να τη δείτε. Πιστεύω πως είναι πολύ καλή δουλειά. Και είναι δουλειά ψυχής από την πλευρά της Λυδίας, αλλά και απ’ όλους μας».

– Το ρόλο της Τροφού, την Εκάβη παλαιότερα, τους χαρακτήρες της αρχαίας τραγωδίας τους προσεγγίζετε διαφορετικά;

«Η αρχαία τραγωδία είναι ποιητικό θεάτρο. Δεν έχουμε θέατρο καθημερινότητας ή ρεαλιστικό θέατρο. Πρέπει να υπάρχει μια υπέρβαση».

– Εχετε ερωτευτεί ποτέ με την παραφορά της Φαίδρας;

«Δεν ερωτεύτηκα ποτέ μικρότερο. Αλλά ο έρωτας έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή μου. Ερωτεύτηκα δυνατά και χαίρομαι γι’ αυτό, γιατί με πλούτισε. Οπως το θέατρο, που με γέμισε, με άνοιξε και με έκανε αυτή που είμαι, κοντά στους ανθρώπους».

– Πώς βρίσκετε την κατάσταση της χώρας; Σας θλίβει;

«Πολύ. Γιατί είναι θλιβερό αυτό που συμβαίνει για την Ελλάδα. Δεν της άξιζε της Ελλάδας. Ούτε και του ελληνικού λαού του άξιζε να πέσει τόσο χαμηλά και να χρωστάμε σε τράπεζες, να καταστρέφονται περιουσίες και ζωές. Αυτά είναι φοβερά πράγματα».

– Τι έφταιξε και φτάσαμε εδώ; Κάναμε κάτι λάθος;

«Εφταιξε το ότι ποτέ δεν έγινε η Ελλάδα κράτος σοβαρό. Κανένας από τους πολιτικούς δεν αγάπησε αυτόν τον τόπο. Η Ελλάδα κυβερνιότανε πάντα απ’ τα συμφεροντάκια. Πώς θα τη βγάλουμε καθαρή; Πώς θα κάνουμε μια κομπινούλα; Αυτό είναι στην ψυχολογία του Ελληνα. Από την κοιλιά της μάνας μας το έχουμε το κουσούρι. Θέλουμε να είμαστε ξάπλα και να βρέχει λεφτά. Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Πάντα έτσι ήταν. Οι έντιμοι, που έχουν ένα στόχο και παλεύουν γι’ αυτόν, την πληρώνουν. Οι άλλοι είναι οι καταφερτζήδες. Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς ξαφνικά επικράτησε μια τρέλα και μια σχιζοφρένεια στην Ελλάδα, τα ακριβά αυτοκίνητα και τα σπίτια με πισίνες. Δάνεια διακοπών; Πού τα είδε αυτά ο Ελληνας; Εμάς ο μπαμπάς μάς έπαιρνε με ένα μικρό φορτηγάκι και πηγαίναμε στον Αγ. Ανδρέα με τα κεφτεδάκια και τη σαλάτα και κάναμε εκδρομή και ήμασταν ευτυχισμένοι. Ετσι μεγάλωσα. Ποτέ μου δεν απέκτησα ούτε αυτοκίνητο. Με τη συγκοινωνία μετακινιόμουν και μετακινούμαι ακόμα».

– Τι σας δίνει κουράγιο;

«Η τέχνη πάντα. Μόνο η τέχνη σε παρηγορεί για όλα. Ακούω μια ωραία μουσική, διαβάζω ένα καλό βιβλίο, ξαναβλέπω μια σημαντική ταινία και λέω «δεν μπορεί, θα γίνουν τα πράγματα καλύτερα»».

Ο «Ιππόλυτος» κάνει πρεμιέρα την Τετάρτη 15 Ιουλίου στους Δελφούς. Μετάφραση: Νικολέττα Φριντζήλα.

Σκηνοθεσία: Λυδία Κονιόρδου. Μουσική: Τάκης Φαραζής. Σκηνικά: Βασίλης Μαντζούκης. Κοστούμια: Eλλη Παπαγεωργακοπούλου.

Κίνηση: Μαριάννα Καβαλλιεράτου. Δραματολόγος παράστασης: Σάββας Κυριακίδης. Ιππόλυτος: Νίκος Κουρής. Φαίδρα: Λυδία Κονιόρδου. Αφροδίτη: Μάρθα Φριντζήλα. Τροφός: Λήδα Πρωτοψάλτη

Θεράπων: Φαίδων Καστρής. Θησέας: Θέμης Πάνου.
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=440609

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s